Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

ΚΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ

Η Κρητική διαλεκτός μιλιέται όχι μόνο στην Κρήτη αλλά και στη νότια Συρία, το βόρειο Λίβανο και σα παράλια της Λιβύης. Σήμερα, μιλιέται από ανθρώπους μεγάλης ηλικίας σε απομακρυσμένες περιοχές (δύσκολα θα ακούσετε Κρητικά σε μια μεγάλη πόλη). Στη Κρητική διάλεκτο υπάρχουν πάρα πολλές λέξεις που δεν υπάρχουν στη Αρχαία ή Νέα Ελληνική. Επίσης, παγκοσμίως γνωστές είναι οι μαντινάδες που έχουν συνήθως ως περιεχόμενο κάποιας μορφής επίδειξης αγάπης προς ένα πρόσωπο ή προς την Κρήτη.

Π.χ: Το κρίμα της παράδοσης κρατεί ο καθείς εμπράκτως

μοιράζει το και σπέρνει το νου πνεύματος ειν’ ο άρτος.

Λύρα της Κρήτης γέννημα κι ακριβοθυγατέρα

αντ’ αρχινάς να κελαηδείς τη νύχτα κάνεις μέρα.

Στις μέρες μας πολλοί ποιητές, λογοτέχνες και ευαισθητοποιημένοι άνθρωποι προσπαθούν με ποικίλους τρόπους να συμβάλουν σε μια κίνηση αναβίωσης της διαλέκτου. Όμως, το μέλλον της Κρητικής αλλά και άλλων διαλέκτων στον Ελλαδικό χώρο φαίνεται δυσοίωνο εξαιτίας της επικράτησης της Νεοελληνικής στους τομείς της εκπαίδευσης, των Μ.Μ.Ε και στο δημόσιες επιχειρήσεις.

Οι διάλεκτοι αυτοί πρέπει να σωθούν, καθώς μπορούν να εμπλουτίσουν το λεξιλόγιο της Νεοελληνικής γλώσσας. Όταν χάνουμε μια διάλεκτο που προέρχεται από το παρελθόν, χάνουμε και ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας μας ως έθνος.

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ-ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΡΟΥΛΗΣ

ΤΣΑΚΩΝΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ

Η τσακώνικη είναι μια απ τις αρχαιότερες διαλέκτους του κόσμου. Μιλιέται στο νόμο της Πελοποννήσου στην Τσακωνιά στην περιοχή της Κυνουρίας. Περιέχει λέξεις της αρχαίας ελληνικής απ την αρχαία δωρική της Λακωνίας με κάποιες αλλαγές βέβαια πχ Ζατσι το ρυάκι , τσαιρε ο καιρός κτλ…
Στις μέρες μας γίνονται πολλές προσπάθειες για να διατηρηθεί η τσακώνικη διάλεκτος, μέσα από τη μουσική παράδοση, τα δημοτικά τραγούδια και με τη συνοδεία του τσακώνικου χορού η διάλεκτος καταφέρνει να ζωντανεύει και να δείχνει την αξία της. Επίσης, υπάρχουν προσπάθειες και για την ιστορία της γλώσσας με έκδοση ποιημάτων και δημοσίευση άρθρων (Χρονικά των τσακώνων).
Βέβαια αξίζει να σημειωθεί ότι δημοτικά τραγούδια δεν παραδόθηκαν στην τσακώνικη διάλεκτο, γεγονός που πρέπει να αποδοθεί, μάλλον, στη μικρή, εδαφικά και πληθυσμιακά, έκταση της Τσακωνιάς, η οποία δεν ήταν δυνατόν να δημιουργήσει και να συντηρήσει τραγούδια δικά της. Κάποια τραγούδια που φέρονται ως τσακώνικα δημοτικά είναι δημιουργήματα ατόμων και δεν έχουν λαϊκή την προέλευση. Υπάρχουν κάποια τραγούδια στη νεοελληνική γλώσσα, που αντιστοιχούν σε χορευτικούς ρυθμούς οι οποίοι χορεύονται μόνο στη Τσακωνιά: Η τέσσερα, πίσω τα αηδονάκι, Στα τρία ή ανασηκωτός και Πέρα μεριά, μαντζουράνα μου. Όσο για τα μουσικά όργανα, σπανίως έκαναν την εμφάνισή τους στα φτωχά Τσακωνοχώρια. Έτσι, ο χορός συνοδευόταν από τραγούδια που λέγονταν με το στόμα με εξαίρεση στους γάμους. Εκεί, αν ο γαμπρός και κυρίως οι χορευτές ήταν γενναιόδωροι, μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις οικονομικές απαιτήσεις των οργανοπαιχτών, που έπαιζαν βιολί και λαγούτο, όργανα ξενόφερτα, όπως ήταν και το κλαρίνο στα βόρεια χωριά και το σαντούρι στο Λεωνίδιο.
Οι ηλικιωμένοι που χρησιμοποιούν καθημερινά τη διάλεκτο δίνουν το παράδειγμα στους νεότερους κάνοντας τους να επικοινωνούν με τον ίδιο τρόπο και όχι μόνο, εφόσον η παράδοση των τσακώνων δε συνδέεται μόνο με την γλώσσα αλλά και με τα ήθη και τα έθιμα τους όπως η παραδοσιακή ενδυμασία για παράδειγμα. Όσον αναφορά την διατήρηση της γλώσσας, μεγάλη είναι και η συμβολή των δάσκαλων σε κάποιες περιοχές που μέσω του μαθήματος τους προσπαθούν να περάσουν στα παιδιά την ιστορία της διαλέκτου και τον τρόπο που αυτή μιλιέται για χιλιάδες χρόνια. Εξάλλου και το λογότυπα της ιστοσελίδας των τσακώνων «Αρκάδες εσμέν» θέλει να δείξει τη στενή σύνδεση της τσακώνικης διαλέκτου με την αρχαία ελληνική γλώσσα.
Παρόλα αυτά υπάρχει κίνδυνος εξάλειψης της διαλέκτου λόγω του ότι οι νέοι μαθαίνουν αποκλειστικά την κοινή ελληνική γλώσσα στο σχολείο, στην καθημερινότητα τους, αφού τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν εισβάλει σ αυτήν αλλά και στα επαγγελματικά τους εφόσον τα παλιότερα επαγγέλματα έχουν υποχωρήσει δίνοντας τη θέση τους σε νέα που έχουν σχέση με την τεχνολογία και τον τουρισμό.

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ

Η Κυπριακή διάλεκτος μιλιέται στην Κύπρο από Έλληνες της Κύπρου και Τούρκους καθώς και σε διάφορα μέρη από Κύπριους της διασποράς.
Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά της διαλέκτου, μπορούμε να πούμε ότι η Κυπριακή διάλεκτος συνδέεται άμεσα με την αρχαία ελληνική αφού παρατηρούμε αρχαϊσμούς στο λεξιλόγιο και κανόνες της αρχαίας ελληνικής γραμματικής που ισχύουν στην Κυπριακή.
Φαίνεται ότι η Κυπριακή διάλεκτος έχει δεχτεί επιδράσεις από γλώσσες χωρών από τις οποίες είχε κατακτηθεί κατά καιρούς, όπως γαλλική, αγγλική, τουρκική,βενετική. Επιπλέον, δεδομένη είναι και η επίδραση της κοινής νεοελληνικής στην διάλεκτο, αφού αυτή είναι η πλέον επίσημη γλώσσα του Κυπριακού κράτους.
Η χρήση της στη σημερινή εποχή έχει περιοριστεί στην προφορική παράδοση. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι η Κυπριακή είναι η μόνη ζωντανή ελληνική διάλεκτος η οποία είναι μητροδίδακτη και παραγωγική στο νησί τής Κύπρου.
Οι αιτίες συρρίκνωσης της διαλέκτου είναι προφανείς και κοινοί με όλες τις διαλέκτου. Πλέον επίσημη γλώσσα του Κυπριακού κράτους είναι η κοινή νεοελληνική. Στα σχολεία, στα Μ.Μ.Ε., στο κοινοβούλιο, στα δημόσια έγγραφα έχει καθιερωθεί η κοινή νεοελληνική.
Βέβαια μια ομάδα ανθρώπων με κοινή καταγωγή και γλώσσα έχει και πολλά άλλα πράγματα που τη χαρακτηρίζουν και την κάνουν να ξεχωρίζει. Τέτοια είναι η ενδυμασία, τα ήθη και τα έθιμα, η λογοτεχνία, η μαγειρική, η μουσική.

ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ-ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΚΥΠΡΟΥ

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ

Το διαλεκτικό μωσαϊκό στην Ελλάδα αρχίζει να ξεθωριάζει υπό την πίεση της ανάπτυξης της τεχνολογίας, των ΜΜΕ και της κοινής εκπαδευτικής πολιτικής. Κατά πόσο αυτό μπορεί να οδηγήσει σε γλωσσική ένδεια; Θα το δείξει ο χρόνος αλλά και η αντοχή κάποιων ανθρώπων, πολλές φορές ανησυχητικά λίγων. Το διαδίκτυο βοηθάει προς την κατεύθυνση των διαλέκτων με το υλικό που διατίθεται σε εξειδικευμένους ιστότοπους, όπως είναι αυτή για τα τσακώνικα, για τα ποντιακά ή τα κερκυραϊκά, τα κρητικά κ.α. Η κυπριακή διάλεκτος έχει πλούσια λογοτεχνική παράδοση και αποτελεί τη μητρική γλώσσα των Κυπρίων, αν και επίσημη γλώσσα του κράτους είναι η κοινη Νεοελληνική. Στις αξιέπαινες προσπάθειες κατατάσσετhttp://www.blogger.com/img/blank.gifαι αυτή του εκπαιδευτικού και συγγραφέα από την Κοζάνη Θ. Κωνσταντινίδη να μεταφράσει την Αντιγόνη του Σοφοκλή στα ποντιακά. Εξάλλου στην τσακώνικη διάλεκτο έχει μεταφραστεί η Θεία Λειτουργία και το Πάτερ ημών. Όλα αυτά σε συνδυασμό με μια πλούσια παράδοση, κυρίως προφορική, των μελών της φυλής που μιλιέται η αντίστοιχη διάλεκτος, δίνουν αισιόδοξα μηνύματα για το μέλλον. Όσον αφορά τα ιδιώματα, από τα κυριότερα είναι το βόρειο, που μιλιέται, εκτός από τη Βόρεια Ελλάδα, την Ήπειρο, τη Στερεά Ελλάδα, και στη Λέσβο. Βέβαια πρόκειται για ένα ιδίωμα που λόγω της έντονης προφοράς του λάμβα (κυρίως στην περιοχή της Θεσσαλονίκης), της χρήσης της αιτιατικής στη σύνταξη αντί της γενικής, οδηγεί σε πολλές παρεξηγήσεις και καυστικές παρατηρήσεις από τους θιασώτες της επίσημης γλώσσας του κράτους.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ


Κοινή ελληνιστική, αττικισμός, καθαρεύουσα, εθνική γλώσσα, δημοτική γλώσσα, διγλωσσία, γλωσσικός εξελληνισμός είναι όροι που δείχνουν το ταξίδι της ελληνικής γλώσσας στο χρόνο. Η γλώσσα είναι ζωντανή και σε καμιά περίπτωση δεν παραμένει ουδέτερη αλλά αντανακλά τη σκέψη, τις αξίες, τις ιδέες, τον πολιτισμό των ανθρώπων. Πολλές φορές, όμως, έχει γίνει αιτία πολιτικών αντιπαραθέσεων αλλά και διαμάχης μεταξύ των πολιτικών αλλά και πνευματικών ανθρώπων. Έτσι, μπορεί σήμερα η επίσημη ελληνική γλώσσα να είναι η δημοτική, πέρασε όμως πολύς χρόνος για να καθιερωθεί. Μέχρι τότε και από τον 1ο μ.Χ. αιώνα η ελληνική γλώσσα πέρασε από μια σειρά περιπέτειες. Ο φόβος την νόθευσης της ελληνικής οδήγησε στον αττικισμό και αργότερα, τον 18ο αι. στην καθαρεύουσα. Ποια θα γινόταν η εθνική γλώσσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους; Ερώτημα του οποίου η απάντηση ήρθε ενάμιση αιώνα μετά, το 1976, με την καθιέρωση της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας του κράτους. Μέχρι τότε η Ελλάδα ταλανιζόταν από μια τεχνητή διγλωσσία που πολλές φορές καλλιεργήθηκε εσκεμμένα για την ανάδειξη και διατήρηση μιας πνευματικής ελίτ. Ευτυχώς, η λογοτεχνία κατέρριψε από νωρίς αυτά τα στεγανά και έδωσε βήμα στην απλή γλώσσα του λαού, όχι βέβαια χωρίς αντίτιμο για τους λογοτέχνες του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Τα "ευαγγελικά" και τα "ορεστειακά" δίνουν με τον καλύτερο τρόπο το στίγμα αυτής της αντιπαράθεσης.