Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ, ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΥ ΚΟΡΝΑΡΟ

ΚΕΙΜΕΝΟ


ΕΝΟΤΗΤΑ 1η



Ήρχισε και μεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι,
και πλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση, και στη χάρη.
Eγίνηκεν τόσο γλυκειά, που πάντοθ' εγρικήθη
πως για να το'χου' θάμασμα στον Kόσμον εγεννήθη.                          60
Kαι τ' όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα,                   
οι ομορφιές τση ή[σα]ν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
Xαριτωμένο θηλυκό τως το'καμεν η Φύση,
και σαν αυτή δεν ήτονε σ' Aνατολή και Δύση.
Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη,                                         65
ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.
K' ήτον και Bασιλιού παιδί, και Pήγα θυγατέρα,
πόθο μεγάλον ήβανε στο γράμμα νύκτα-ημέρα.
Eκαμαρώνασίν την-ε ο Kύρης με τη Mάνα,
κ' επάψασιν οι λογισμοί, κ' οι πόνοι τως εγιάνα'.                                  70

Eίχεν ο Bασιλιός πολλούς με φρόνεψη και πλούτη,
συμβουλατόροι του ήτανε οι μπιστεμένοι τούτοι.
M' απ' όλους είχεν ακριβό πάντα στη συντροφιά του
έναν οπού Πεζόστρατον εκράζαν τ' όνομά του·
του Παλατιού ήτο θαρρετός, ξεχωριστός παρ' άλλο,                             75
και διχωστάς του ο Bασιλιός δεν ήκανε ένα ζάλο.
Eίχε κι αυτός έναν υ-γιό πολλά κανακιασμένο,
φρόνιμον κι αξαζόμενο, ζαχαροζυμωμένο.
Ήτονε δεκοκτώ χρονών, μα'χε γερόντου γνώση,
οι λόγοι του ήσανε θροφή, κ' η ερμηνειά του βρώση.                           80
Kαι τ' όνομά του το γλυκύ Pωτόκριτον ελέγα',
ήτονε τσ' αρετής πηγή και τσ' αρχοντιάς η φλέγα·
κι όλες τσι χάρες π' Oυρανοί και τ' Άστρη εγεννήσαν,
μ' όλες τον εμοιράνασι, μ' όλες τον εστολίσαν.
Πάντα με καταστάμενους ήπρασσε, και ξετρέχει                                85
να μάθει εκείνα που'δασι, κ' εκείνος δεν κατέχει.

……………………………………………………………

 
ENOTHTA 3η
       ΠEZOΣTPATOΣ

Λέγει· "Στους παλαιούς καιρούς, που'σα' μεγάλοι ανθρώποι,

 τα πλούτη και Bασίλεια εκράζουνταν-ε κόποι,

'πειδή ετιμούσανε πολλά της αρετής τη χάρη,

 παρά τσι χώρες, τσ' Aφεντιές, τα πλούτη, το λογάρι.                                    900

K' εσμίγασι τα τέκνα τως οι Aφέντες οι μεγάλοι

με τους μικρούς, οπού'χασι γνώσιν, αντρειά, και κάλλη. 

Όλα τα πλούτη κι Aφεντιές εσβήνουν και χαλούσι,

κι όντεν αλλάσσουνται οι Kαιροί, συχνιά τα καταλούσι.

Mα η γνώση εκεί οπού βρίσκεται, και τσ' αρετής τα δώρα,                         905

ξάζου' άλλο παρά Bασιλειά, παρά χωριά, και Xώρα.

Oυδ' ο Tροχός δεν έχει εξάν, ως θέλει να γυρίσει,

τη γνώσιν και την αρετήν ποτέ να καταλύσει."



                ΠOIHTHΣ

K' ήφερνε ξόμπλια από μακρά, πράματα περασμένα,

και καταπώς του σάζασι, τα'λεγεν ένα-ν ένα.                                                  910

Mε τούτες τσι παραβολές αγάλια-αγάλια σώνει

 εις το σημάδι το μακρύ, κ' ήρχισε να ξαμώνει.

Aποκοτά δυό-τρεις φορές να το ξεφανερώσει,

κι οπίσω τον εγιάγερνε κ' εκράτειεν τον η γνώση.

Στο ύστερον ενίκησεν η Aγάπη του Παιδιού του,                                            915

και φανερώνει τα κουρφά και τα χωστά του νου του.

                PHΓAΣ

Mα ως ενεχάσκισε να πει την προξενιάν του γάμου,

του λέγει ο Pήγας· "Πήγαινε, και φύγε από κοντά μου!
Πώς εβουλήθης κ' είπες το, λωλέ, μισαφορμάρη,

γυναίκα του ο Pωτόκριτος την Aρετή να πάρει;                                               920

Φύγε το γληγορύτερο, και πλιό σου μην πατήσεις

εις την Aυλήν του Παλατιού, και κακοθανατίσεις!

Γιατί σε βλέπω ανήμπορο, γιαύτος δε σε ξορίζω,

μα ο γιός σου μην πατήσει πλιό στους τόπους οπ' ορίζω.

Tέσσερεις μέρες, κι όχι πλιά, του δίδω να μισέψει,                                          925

τόπους μακρούς κι αδιάβατους ας πάγει να γυρέψει.

Kαι μην πατήσει, ώστε να ζω, στα μέρη τα δικά μου,

αλλιώς του δίδω Θάνατο για χάρισμα του γάμου.

K' εκείνο που αποκότησες κ' είπες τούτην την ώρα,

μη γρικηθεί, μην ακουστεί σ' άλλο εδεπά στη Xώρα,                                      930

και κάμω πράμα-ν εις εσέ, οπού να μη σ' αρέσει,

 να τρέμου' όσοι τ' ακούσουνε, κ' εκείνοι οπού το λέσι.

Δε θέλω πλιό να σου μιλώ· στο Pήγα δεν τυχαίνει

τα τόσα να πολυμιλεί. Kι απόβγαλ' τον, να πηαίνει."



                ΠOIHTHΣ

Mε φόβον ο Πεζόστρατος μισεύγει απ' το Παλάτι,                                          935

κ' ετρέμασι τα γόνατα στα ζάλα οπού επορπάτει.

H εμιλιά του εχάθηκεν, ελίγανε η πνοή του,

κάτω στον ουρανίσκο του εσύρθη-ν η φωνή του.

Kαι με τρομάρα κ' εντροπή στο σπίτι του γιαγέρνει,

και το μαντάτο το πρικύ εις τον υ-Γιόν του φέρνει.                                          940

Eδέρνετο στα γόνατα, κ' ήσυρνε τα μαλλιά του,

πως ήσφαλε τ' Aφέντη του εδά στα γερατειά του.



                ΠEZOΣTPATOΣ

Λέγει του· "Δεν σου το'λεγα, υ-Γιέ μου, να σκολάσεις

το λογισμόν οπού'βαλες, κι άλλη βουλή να πιάσεις;

K' εσύ εξεπάτησες κ' εμέ σ' πράματα κομπωμένα,                                          945

κι οργίστηκέ μου Aφέντης μου, και χάνω σε κ' εσένα.

Που μ' είχεν ακριβόν πολλά, και συμβουλάτορά του,

κ' εδά'χασα τα θάρρη του, κ' έχω την όχθρητά του.



K' εις τούτο τόσο δε θωρώ, μα εσύ να μου μακρύνεις,

 να πορπατείς στην ξενιτιάν, ολότυφλο μ' αφήνεις.                                        950

Kαι πότες να σ' ακαρτερώ, πότες να σ' ανιμένω,

οπού'μαι γέροντας πολλά, και γλήγορα αποθαίνω;

Πώς να φανεί τση Mάνας σου, εδά στα γερατειά τση;

Ωσάν την εκατάστεσες, υ-Γιέ μου, σφάκελλά τση!

Που την ολπίδα τση εις εσέ-ν είχε αποκουμπισμένη,                                      955

 κ' εδά μισεύγεις, και βουβή, κουφή, ζουγλή απομένει.



"Ίντά'χα κι αφουκρούμου σου, κ' ήσφαλα έτσι περίσσα;

Πώς τά'λεγες δεν έδιωξα, μ' άφηκα κ' ενικήσα';

Kαλά το λέγει ο φρόνιμος, ο λόγος πως κομπώνει,

κ[' η] τόση Aγάπη του παιδιού, τον ομυαλό ζαβώνει.                                      960

Eθώρουν το, το βλάψιμο, κ' ημπόρου' να το φύγω,

κι ο λογισμός σου εσκόλαζεν εις-ε καιρόν ολίγο.

K' εγώ εκομπώθηκα εύκολα, ο-για να σου αφουκρούμαι,

κ' εδά'χω ζάλες σκοτεινές, και δεν κατέχω πού'μαι.

Eίς λόγος είναι παλαιός, κι αληθινόν τον κρίνω·                                              965

"Όποιος φουκράται κοπελιού, γίνεται σαν κ' εκείνο."

Aς είχα κάμει όξω του νου, κι ας ήθελα σ' αφήσει,

 κι ας είχες κλάψει μιά και δυό, κι ας ήθελες μανίσει,

ετούτ' όλα επερνούσανε κι ο-γλήγορα εδιαβαίνα'.

Mα εδά εχαλάστηκες εσύ, κ' εχάλασες κ' εμένα."                                             970



                ΠOIHTHΣ

Ήστεκε κι αφουκράτονε ο Γιός του ο πληγωμένος,

δεν ήξευρε γ-ή ζωντανός ήτον, γ-ή αποθαμένος.

Πολλά μεγάλη καταχνιά κι αντάρα τον πλακώνει,

τα μάτια του εσκοτείνιασε, κ' εις την καρδιάν του σώνει.

Ήτρεμεν όλο το κορμί κ' η δύναμή του εχάθη,                                                  975

 τα μάτια δεν εβλέπασι, το στόμα-ν εβουβάθη.

Ποτέ του δεν το ελόγιαζεν έτοια φωνή ν' ακούσει,

ουδέ μαντάτα έτσι πρικιά να'ρθουνε να του πούσι.

Aντρειεύγετο όσον το μπορεί ο-για τον κακομοίρη,

 το γέρον τον ανήμπορον, τον πρικαμένον Kύρη.                                             980

Kι αρχίζει να παρηγορά με σπλάχνος το Γονή του,

για τότες δεν εγύρευγε την παίδα τη δική του.



                EPΩTOKPITOΣ

Λέγει του· "Kύρη, μη δειλιάς, μην τρέμεις, μη φοβάσαι,

και τά σου τα'πε ο Bασιλιός, μη στέκεις ν' αφουκράσαι.

Ίντα μεγάλον ήτονε στην προξενιάν ετούτη;                                                   985

Kαθένας πάντα πεθυμά να'χει Aφεντιές και πλούτη·

ο Kύρης πάντα, κι ο Γονής, με προθυμιά γυρεύγει,

τα τέκνα εις μεγαλότητες και πλούτη ν' αναπεύγει.

Kι αν είν' και τούτη η Πεθυμιά εκίνησε κ' εσένα,

 κ' εξέδραμες, ωσά Γονής, να'βρεις καλό για μένα,                                                  990

ίντα μεγάλον ήτονε, κ' ίντα κακόν εγίνη,

        ο Γιός σου αν επεθύμησες αφέντης ν' απομείνει;

H μάνητα του Bασιλιού είναι δίχως θεμέλιο,

        με τον καιρό σκολάζεται, το κλάημα φέρνει γέλιο.

Kαι κάμε, μην πρικαίνεσαι, και πάγω να μακρύνω,                                                995

για να σκολάσει ο Bασιλιός το λογισμόν εκείνο.

Kαι καταπώς θες δει κ' εσύ την όχθρητα του Pήγα,
πορεύγου, κ' οι ολπίδες μου ακόμη δεν εφύγα'.

Kι άφ'ς τον-ε πούρι τον Kαιρό να πορπατεί, να πηαίνει,

κι αν εκακούργησε η πληγή, καλός γιατρός τη γιαίνει."                                        1000



                ΠOIHTHΣ

Δείχνει πως δεν πρικαίνεται, για να παρηγορήσει

τον Kύρην του, που βρίσκεται εις-ε μεγάλην κρίση.

Mε ταπεινότητα ζητά, συμπάθιο να του δώσει,

απείτις και για λόγου του εκόμπωσε τη γνώση,

κ' επήγε κ' είπε προξενιά, κ' εμπήκε σ' έτοια βάρη,                                                  1005

για να του δώσει αλάφρωσιν, καλήν καρδιά να πάρει.



Tούτους για 'δά ας τσ' αφήσομεν τα Πάθη να μιλούσι,

κι ας πούμε για την Aρετή, που πήγε για ν' ακούσει

εις του Kυρού τση αθιβολή στην προξενιάν εκείνη,

κ' έχει μεγάλο λογισμόν κ' έγνοια οπού την-ε κρίνει.                                              1010

Eυρίσκει τον, κ' εκάθουντον, και εφαίνουντό του η ζάλη,

κι ακουμπιστόν στη χέρα του ήκλινε το κεφάλι.

K' η Aρετή, οπού γνώριζεν ίντά'ναι η έγνοια εκείνη,

για κόμπωμα, πασίχαρη και σπλαχνικούλα εγίνη.



                APETOYΣA

Λέγει του· "Aφέντη, ίντά'ναι αυτού, και κάθεσαι εγνοιασμένος,                          1015

βαρόκαρδος, και μοναχός, κι αποσυννεφιασμένος;

H γνώση σου τα βάρητα και λογισμούς ενίκα,

κ' εδά ίντα πράμα-ν εγνοιανό σου'φερε τόση πρίκα;"





                PHΓAΣ

Ως ήκουσε τα λόγια της ο σπλαχνικός τση Kύρης,

λέγει· "Aρετούσα, κάτεχε πως ήρθε ο νοικοκύρης                                                 1020

εκείνος οπού ορέγομαι να σου τον κάμω ταίρι.

Γιά δέ', Παιδί μου, είς κουζουλός πόσα μπορεί να φέρει!

Γρίκησε μιάν αποκοτιά κι αδιαντροπιά μεγάλη

του Πεζοστράτου του λωλού, που'ρθε ν' αναθιβάλει

για τον υ-γιόν του προξενιάν, άφοβα να μιλήσει,                                                1025

να μη δειλιάσει, να ντραπεί, μα να το αποκοτήσει.

Eις τα καλά μου μ' εύρηκε, να ζήσεις, Θυγατέρα,

αμέ κακή για λόγου του ήτον ετούτη η μέρα.

Γιά δέ' ένα γέρον πελελόν, που εθέλησε να δράμει,

να βουληθεί με Bασιλιά συμπεθεριό να κάμει!                                                         1030

Πούρι είπα του μες στην Aυλή πλιό του να μην πατήσει,

και ν' αποβγάλει τον υ-γιό, και να τον-ε ξορίσει.



"Γλήγορα σε παντρεύγω εγώ με Pήγα, Θυγατέρα,

 κι οψές αργάς την προξενιάν, τη νύκτα, μας εφέρα'.

Tούτό'ναι το Aφεντόπουλο, που το Bυζάντιο ορίζει,                                                1035

και κάθε είς τον επαινά, οπού τον-ε γνωρίζει.

Tούτος είναι οπού του'δωκε η Mάνα σου στη χέρα

τον ομορφότατον Aνθόν εκείνην την ημέρα.

Kι οπού με τόσες έπαρσες, και μ' Aφεντιά μεγάλη

στη Xώραν ήρθε, κ' ίσα του δεν ήσαν πλιό τως άλλοι.                                             1040

Kαι μετ' αυτόν ελόγιαζα γάμο να ξετελειώσω,

ταίρι του, και γυναίκα του γλήγορα να σε δώσω.

Δεν είν' καιρός να σε κρατώ, μα εδά που ζούμεν όλοι,

να τη χαρούμε, Mάνα μου, του γάμου σου τη σκόλη."
………………………………………………………………………………
EPΩTOKPITOΣ

Λέγει της ο Pωτόκριτος· "Ήκουσες τα μαντάτα,

που ο Kύρης σου μ' εξόρισε σ' τση ξενιτιάς τη στράτα;

K' εφάνη του κ' εσφάγηκεν ο-γι' αφορμή εδική μου,                                                1355

σαν ήμαθε την προξενιάν, που'κουσε του Γονή μου.

K' έτοιας λογής εμάνισε, τόσο βαρύ του φάνη,

κι ο Kύρης μου απ' την πρίκαν του λογιάζω ν' αποθάνει.

Tέσσερεις μέρες μοναχάς μου'δωκε ν' ανιμένω,

 κι απόκει να ξενιτευτώ, πολλά μακρά να πηαίνω.                                                 1360

Kαι πώς να σ' αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,

και πώς να ζήσω δίχως σου στο χωρισμόν εκείνο;

Eσίμωσε το τέλος μου, μάθεις το θες, Kερά μου,

στα ξένα πως μ' εθάψασι, κ' εκεί'ν' τα κόκκαλά μου.

Kατέχω το κι ο Kύρης σου γλήγορα σε παντρεύγει,                                                  1365

Pηγόπουλο, Aφεντόπουλο, σαν είσαι συ, γυρεύγει.

Kι ουδέ μπορείς ν' αντισταθείς, σα θέλουν οι Γονείς σου

νικούν την-ε τη γνώμη σου, κι αλλάσσει η όρεξή σου.



"Mιά χάρη, Aφέντρα, σου ζητώ, κ' εκείνη θέλω μόνο,

  και μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω.                                                                   1370

Tην ώρα που αρραβωνιαστείς, να βαραναστενάξεις, 

κι όντε σα νύφη στολιστείς, σαν παντρεμένη αλλάξεις,

ν' αναδακρυώσεις και να πεις· "Pωτόκριτε καημένε,

τά σου'ταξα λησμόνησα, τό'θελες πλιό δεν έναι."

Kι όντε σ' Aγάπη αλλού γαμπρού θες δώσεις την εξά σου,                                                   1375

και νοικοκύρης να γενεί στα κάλλη τσ' ομορφιάς σου,

όντε με σπλάχνος σε φιλεί και σε περιλαμπάνει, 

θυμήσου ενός οπού για σε εβάλθη ν' αποθάνει.

Θυμήσου πως μ' επλήγωσες, κ' έχω Θανάτου πόνον,

κι ουδέ ν' απλώσω μου'δωκες σκιάς το δακτύλι μόνον.                                            1380

Kαι κάθε μήνα μιά φορά μέσα στην κάμερά σου,

λόγιασε τά'παθα για σε, να με πονεί η καρδιά σου.

Kαι πιάνε και τη σγουραφιάν, που'βρες στ' αρμάρι μέσα,

και τα τραγούδια, που'λεγα, κι οπού πολλά σου αρέσα',

και διάβαζέ τα, θώρειε τα, κι αναθυμού κ' εμένα,                                                   1385

που μ' εξορίσανε ο-για σε πολλά μακρά στα ξένα.

Kι όντε σου πουν κι απόθανα, λυπήσου με και κλάψε,

και τα τραγούδια που'βγαλα, μες στη φωτιάν τα κάψε,

για να μην έχεις αφορμήν εις-ε καιρόν κιανένα,

πλιό σου να τ' αναθυμηθείς, μα να'ν' λησμονημένα.                                               1390



"Παρακαλώ, θυμού καλά, ό,τι σου λέγω τώρα,

κι ο-γλήγορα μισεύγω σου, κ' εβγαίνω από τη Xώρα.

Kι ας τάξω ο κακορίζικος, πως δε σ' είδα ποτέ μου,

μα ένα κερί-ν αφτούμενον εκράτουν, κ' ήσβησέ μου. 

Mα όπου κι αν πάγω, όπου βρεθώ, και τον καιρόν που ζήσω,                               1395

 τάσσω σου άλλη να μη δω, μουδέ ν' αναντρανίσω.

Kάλλιά'χω εσέ με Θάνατον, παρ' άλλη με ζωή μου,

για σένα εγεννήθηκε στον Kόσμον το κορμί μου.

Oι ομορφιές σου έτοιας λογής το φως μου ετριγυρίσαν,

κ' έτοιας λογής οι Eρωτιές εκεί σ' εσγουραφίσαν,                                                                    1400

κ' εις όποιον τόπον κι α' σταθώ, τα μάτια όπου γυρίσου',

πράμα άλλο δεν μπορώ να δω παρά τη στόρησή σου.

Kι ας είσαι εις τούτο θαρρετή, πως όντεν αποθαίνω,

χαιρετισμό να μου'πεμπες την ώρα κείνη, γιαίνω." 



                ΠOIHTHΣ

Δεν ημπορεί πλιό η Aρετή ετούτα ν' απομένει,                                                         1405

κι αγκουσεμένη ευρίσκεται και ξεπεριορισμένη.

Kαι λέγει του να μη μιλεί, πλιότερα μη βαραίνει

μιά λαβωμένη τσ' Eρωτιάς, του Πόθου αρρωστημένη· 



                APETOYΣA

"Tα λόγια σου, Pωτόκριτε, φαρμάκι-ν εβαστούσαν,

κι ουδ' όλπιζα, ουδ' ανίμενα τ' αφτιά μου ό,τι σ' ακούσαν.                                     1410

Ίντά'ναι τούτα τά μιλείς, κι ο νους σου πώς τα βάνει;

Πού τα'βρε αυτάνα η γλώσσα σου οπού μ' αναθιβάνει;

Kαι πώς μπορεί τούτη η καρδιά, που με χαρά μεγάλη

στη μέσην της εφύτεψε τα νόστιμά σου κάλλη,

και θρέφεσαι καθημερνό, στα σωθικά ριζώνεις,                                                      1415

ποτίζει σε το αίμα τση, κι ανθείς και μεγαλώνεις,

κι ως σ' έβαλε, σ' εκλείδωσε, δε θέλει πλιό ν' ανοίξει,

και το κλειδί-ν ετσάκισεν, άλλης να μη σε δείξει.

Kαι πώς μπορεί άλλο δεντρόν, άλλοι βλαστοί κι άλλ' ά'θη,

μέσα τση πλιό να ριζωθούν, που το κλειδί-ν εχάθη;                                                1420
 
ΕΝΟΤΗΤΑ 5η
………………………………………………………………..
                               ΠΟΙΗΤΗΣ
N' ακούσει τούτα η Αρετή, εδάρθηκεν ομπρός τση,
κ' εξανακαινουργιώθηκεν ο πόνος ο παλιός τση.
 
                              APEΤΟΥΣA
Λέγει τση· "Ακόμη δεν μπορείς, Νένα, να τα σωπάσεις,
μα ξαναλές τα, κι ως θωρώ, βούλεσαι να με χάσεις.                                820
Να σμίξουν όλα τα στοιχειά, να συμβουλέψου' ομάδι,
να κάμουν ένα[ν], που κιανείς να μην του βρει ψεγάδι,
και να'ναι Ρήγας μοναχός, τον Κόσμο ν' αφεντεύγει,
γυναίκα του να με ζητά, Ταίρι να με γυρεύγει,
και να μηνύσει ο Κύρης μου την Προξενιάν ετούτη,                                 825
και να μου δίδει κι από 'δά τσι χώρες και τα πλούτη,
κάλλιά'χω του Ρωτόκριτου λιγάκι ολπίδα μόνο,
παρά στον Κόσμο Ρήγισσα, κι άλλο να καμαρώνω.
Πρικαίνεις, κι αναγκάζεις με άτιες κ' εσύ, Φροσύνη,
και δε με σώνει ο λογισμός κ' η παίδα, οπού με κρίνει.                          830
 
"Σήμερο θέλομεν το δει, σαν καλοξημερώσει,
ίντα μαντάτο και φωνήν ο Ξένος θα μου δώσει.
Κι αν είν' κ' εχάθη ο Ρώκριτος, δεις θες το θέ' να κάμω,
ένα μαχαίρι στην καρδιά βάνω Γαμπρό στο Γάμο.
Και τα πουλάκια, οπού'ρθασι συντροφιασμένα ομάδι,                           835
σημάδι-ν είν' πως γλήγορα παντρεύγομαι στον Άδη.
Λογιάζω, κι ο Ρωτόκριτος επόθανε στα ξένα,
κ' ήρθε η ψυχή του να με βρει, να σμίξει μετά μένα.
K' εκείνον, οπού ετάξαμε στο παραθύρι ομάδι,
θυμάται το, και θέλει το, μ' όλον οπού'ν' στον Άδη.                                 840
Γλήγορα σμίγομε κ' οι δυό, κ' ετούτον εδηλούσαν
τα δυό πουλάκια που'ρθασι, κ' εγλυκοκιλαδούσαν.
Τό μάθω, πως επόθανε, ζιμιό την ώρα εκείνη
πιάνω μαχαίρι να σφαγώ, κι ο Γάμος μας εγίνη.
Τούτον οπού'ρθαν τα πουλιά τη νύκταν εις εμένα,                                 845
ο Γάμος έχει να γενεί σε σπήλια αραχνιασμένα.
 
"K' εσύ άλλα των αλλών μου λες, Γαμπρούς μού αναθιβάνεις,
και στά θωρώ, τα πράματα ξανάστροφα τα πιάνεις.
Η μέρα τούτη πρι' διαβεί, κ' η άλλη πριν περάσει,
δεις θες αυτές τσι Προξενιές πώς έχουσι να πάσι.                                  850
Δεις θέλεις ίντα ελόγιασα, κ' ίντά'βαλα στο νου μου,
κι ο Γάμος μου πώς γίνεται μακρά από του Κυρού μου.
Στον Άδη στεφανώνομαι, μάρτυρας να'ναι ο Χάρος,
σκουλήκια να'ναι τα προυκιά, κι ο τάφος μου νοδάρος·
οι αράχνες τα στολίδια μου, κ' η μαύρη γης Παλάτι,                                855
κ' οι βρομεσμένοι κορνιαχτοί το νυφικό κρεβάτι.
Σαν Κύρης, και σα Μάνα μου, σ' τόπο σκοτεινιασμένον,
θέλουν μου δώσει την ευχήν ασκιές αποθαμένων.
K' η ψη μου να'ν' χαιράμενη, πασίχαρη στον Άδη,
'τό σμίξει του Ρωτόκριτου, και να'ναι πάντα ομάδι."         
……………………………………………………………………
…………………………………………………………………
 
                               APEΤΟΥΣA
"Κύρη και Μάνα, αν ήσφαλα εις-ε καιρόν κιανένα,
κι αν σας εκακοκάρδισα, δεν ήτον από μένα.
Η Αγάπη, που έχω εδά σε σας, και τον καιρόν εκείνο,                         1245
μ' έκανε και δεν ήθελα ποτέ να σας μακρύνω.
Και τω' Ρηγάδω' οι Προξενιές πάντα μού εδίδαν πρίκα,
η Αγάπη, και το σπλάχνος σας πάσα καιρόν μ' ενίκα.
Κάλλιά'χα μέσα στη φλακή να βρίσκομαι κοντά σας,
παρά μεγάλη Ρήγισσα μακρά απ' τη συντροφιά σας.                         1250
Πάντά'λπιζα και να βρεθεί κιανείς σ' τούτα τα μέρη,
με την ευχή σας, κι όχι αλλιώς, να τον-ε κάμω Ταίρι.
Και τότες να το πω το Ναι, να σας καλοκαρδίσω,
και πάντα να'μαι μετά σας, όχι να σας αφήσω.
K' εδά που η Τύχη το'φερε, κ' οι δυσκολιές επάψαν,                             1255
τα σωθικά μου εγιάνασι, που οι πρίκες μού τα κάψαν.
 
"'Πειδή κ' ευρέθη-ν άνθρωπος, κ' εγλίτωκεν εσένα,
τη Χώραν κι όλον το λαόν, κι απ' τη φλακήν και μένα·
κ' ήκαμε και το Βασιλιό το Βλάχο, όπου κι α' λάχει,
πάντοτε να σε προσκυνά, να μη σου κάνει μάχη,                                 1260
κι αυτός, κ' οι κληρονόμοι του χαράτσι να πλερώνουν,
στους τόπους μας ο-για κακό ποτέ να μη σιμώνουν·
κ' ήβαλε κ' εις-ε κίντυνο μεγάλον τη ζωή του,
κ' ετάξετέ με Ταίρι-ν του ο-για την πλερωμή του·
και θέλει μετά λόγου σας να ζήσει, ν' αποθάνει―                              1265
εθελημάτεψα κ' εγώ σε τούτο το Στεφάνι.
K' είδα, κ' εκαλολόγιασα, πως είν' πρεπό να κάμω
το θέλημά σου, Κύρη μου, στον εγνοιανό μου Γάμο.
K' επειδή θέλει μετά σας να ζήσει, ν' αποθάνει,
συγκλίνομαι, Γονή, κ' εγώ σε τούτο το Στεφάνι.                                  1270
Κι αν ήτον και μικρότερος, τη γνώμη μου αναπεύγω,
σα θέλει να'ναι μετά σας, εγώ άλλο δε γυρεύγω."
 
                ΠΟΙΗΤΗΣ
Αγκαλιαστήν την-ε κρατούν ο Κύρης με τη Μάνα,
την ώρα που τα χείλη της ετούτα ανεθιβάνα'.
Με σπλάχνος τη γλυκοφιλούν, με σπλάχνος την ευχούνται,          1275
την περασμένη μάνητα πλιό δεν την-ε θυμούνται.
………………………….
 
                ΠΟΙΗΤΗΣ
Την ώρα εκείνη, που μιλεί, κι οπού τ' αναθιβάνει,                                             1365
πάντά'χεν εις το πρόσωπον το μαγικό μελάνι.
Κι ο Βασιλιός, κ' η Ρήγισσα, κι όλοι που το γρικούσαν,
κοιμούνται τως εφαίνετο, κι όνειρο το θαρρούσαν.
Κρατούσιν το για θάμασμα, πράμα πολλά μεγάλον,
κ' εις κάθε λόγο εστρέφουντον, κ' εθώρειε γ-είς τον άλλον.            1370
Λογιάζουν, κι ο Ρωτόκριτος πως βρίσκεται στα ξένα,
και τούτα, οπού τως-ε μιλεί, του τα'χε εκεί 'πωμένα.
Μα σαν επιάσε το νερό, το πρόσωπόν του πλύνει,
τ' απαρθινά εφανέρωσε, κι ο Ρώκριτος εγίνη.
Όλοι επομείνα' ασάλευτοι, έτσι να τον-ε δούσι,                                1375
δεν ξεύρου' γ-ή ψοματινά, γ-ή αλήθεια το θωρούσι.
Δεν έχει ο Κύρης κρατημό, μηδέ η καημένη Μάνα,
τρέχουσι, και με κλάηματα τον επεριλαμπάνα'.
Δεν εχορταίναν οι φτωχοί το σπλάχνος να του δείξουν,
δεν το ελογιάζασιν-ε πλιό μ' έτοιον υ-Γιό να σμίξουν.                                   1380
Φωνές μεγάλες στο λαό χαράς εγρικηθήκα',
η Χώρα όλη ενεγάλλιασε, ποθές δεν είχε πρίκα.
 
Ο Ρήγας κάνει και σωπούν, κι απόκεις αρχινίζει,
κ' η όχθρητα, κ' η όργητα σ' σπλάχνος πολύ γυρίζει.
 
                ΡΗΓΑΣ
Λέγει του· "Γιέ μου, ας πάψουσιν όλα τα περασμένα,                      1385
γ-ή εγώ'σφαλα, γ-ή εσύ'σφαλες, ας είν' συμπαθημένα.
K' επειδή οι χρόνοι κ' οι καιροί τέλος καλόν εφέραν,
ας τη χαρούμεν όλοι μας τη σημερνήν ημέραν.
K' επειδή εμέλλετον εσέ η Αρετή, όχι εις άλλο,
εις το Θρονί μου σήμερο σα Ρήγα να σε βάλω.                                  1390
Να ορίζεις, σα σου φαίνεται, τσι χώρες και τα πλούτη,
Γυναίκα σου και Ταίρι σου, σου δίδω να'ν' και τούτη.
Εγώ, κατέχεις, Καλογιέ, γέροντας είμαι τώρα,
και δεν μπορώ να γνοιάζομαι κείνα που θέλει η Χώρα.
Και τα Ρηγάτα κ' οι Αφεντιές εσένα πρέπουν, Γιέ μου,                  1395
κι ας τάξω πως δεν τ' όριζα, μηδ' είδα τα ποτέ μου.
Με την ευχή μας ολωνών, ωσάν το πεθυμούμε,
να κάμετε κληρονομιάν, και Τέκνα σας να δούμε."
 
                ΠΟΙΗΤΗΣ
Τούτα τα λόγια ο Βασιλιός με κλάηματα τα εμίλειε,
κ' είχεν τον στην αγκάλην του, με σπλάχνος τον εφίλειε.             1400
 
                ΡΗΓΑΣ
Ήκραξε και την Αρετή, λέγει τση· "Θυγατέρα,
το Γάμο σου εξετέλειωσα ετούτην την ημέρα.
Εσύ ήμελλες του Ερώκριτου, στον Ουρανόν εγράφτη,
για κείνο η γνώμη σου εύκολα σε τούτον ενεπαύτη.
K' ήδιωξες τους Ρηγόπουλους κ' έγνοια απ' αυτούς δεν έχεις,     1405
κ' εις τούτο[ν] θελημάτεψες, δίχως να τον κατέχεις.
Ξένον τον ελογιάζαμεν, και Ξένον τον ελέγα',
κ' ετούτος είν' ο Ερώκριτος, της αντρειάς η φλέγα.
'Πειδή και μαύρος σου'ρεσε, σαν όλοι μου το λέσι,
εδά που'ν' άσπρος και ξαθός, καλύτερα σου αρέσει.                     1410
Ευχή τσ' ευχής μου να'χετε, κι ό,τι εκατηγορήθης,
χαρές να σου γυρίσουσιν, εις ό,τι εδά εβουλήθης,
κ' ήκαμες κείνο που'θελα, κ' ήγιανες την πληγή μου,
που αν είχες πει τ' Όχι κ' εδά, άνθρωπος πλιό δεν ήμου'.
Γιατ' ήκαμε για λόγου μας θαμάσματα μεγάλα,                           1415
κ' οι χάρες του μες στην καρδιάν και νου μου τον εβάλα'.
Δεν είναι Ρήγας σαν εμάς, μα η χάρη του είναι τόση,
που Ρήγα τον-ε κράζουσι σε δύναμιν και γνώση.
K' εκείνα, που αφεντεύγομεν, τσι χώρες κι όλα τ' άλλα,
αυτείνος μας τα εκέρδεσε με κίντυνα μεγάλα.                             1420
Ευχαριστώ του Ριζικού, που σου'δωκε έτοια γνώμη,
που'λεγες, πως δεν ήθελες να παντρευτείς ακόμη.
K' εφύλαγε ώς το ύστερον, κανίσκι να μου φέρει
έναν, οπού μ' εγλίτωκε, να σου τον κάμω Ταίρι.
Χαίρου, λοιπόν, Παιδάκι μου, σα χαιρομέσταν όλοι,                   1425
και σα μας ανεγάλλιασε του Γάμου σας η σκόλη.
K' έπαρε με καλήν καρδιάν τά κανισκεύγει η Μοίρα,
κ' εγώ ποτέ μου έτοια χαρά σαν τούτη δεν επήρα.
Ας είστε πάντα μιά βουλή, και πάντα συβασμένοι,
γιατί τσ' ανάγκες και κακά η σύβαση τα γιαίνει."                       1430
 
                ΠΟΙΗΤΗΣ
Με πονηριάν η Αρετή κάνει πως δεν κατέχει
πρωτύτερας ό,τι θωρεί (κ' εις τούτο γνώσιν έχει).
Τα φρούδια τση ενεσήκωσε με μαστοριάν η Κόρη,
δείχνει πως το θαμάζεται, στον Ουρανόν εθώρει.
Δείχνει πως ανεπόλπιστον είν' κείνον, οπού βλέπει,                1435
κ' εδάγκανε τα χείλη τση (σ' τούτο έπαινος τση πρέπει).
Εκόμπωσε όλον το λαόν, και κάνει και λογιάζουν
τα ψόματα γι' απαρθινά, γιατί τσ' αλήθει[α]ς μοιάζουν.
Με λίγα λόγια φρόνιμα τον Κύρη αποφασίζει,
να κάμει εκείνο που γρικά, και κείνον οπού ορίζει.                    1440
Δε θέλει να πολυμιλεί, μη λάχει και μπερδέσει,
και θέλοντας να βουηθηθεί, πεδουκλωθεί και πέσει.
 
Εθώρειε κι ο Πολύδωρος, κι ακόμη δεν κατέχει,
αν είναι εκεί ο Ρωτόκριτος, κι αλήθεια δεν την έχει.
Τόσον πολύ του εφάνηκε, που ακόμη δεν πιστεύγει,                  1445
τον Ήλιο βλέπει, και φωτιά για να θωρεί γυρεύγει.
Μα ετούτη η δυσκολιά του νου, λίγη ώρα τον εκράτει,
κ' είδε κι αυτός κ' επίστεψε σαν τσ' άλλους στο Παλάτι.
Περιλαμπάνει και φιλεί, και δεν τον-ε χορταίνει
το Φίλον του τον ακριβόν, και δάκρυα τον-ε ραίνει.                   1450
 
Λογιάσετε πόσες χαρές ήσαν την ώρα εκείνη,
και πόση περιδιάβαση σ' όλην τη Χώρα εγίνη.
Τίς το'λεγε για θάμασμα, τίς όνειρον το κάνει,
τόσο μεγάλο και πολύ, αξάφνου τως εφάνη.
 
Ο Πεζοστράτης του Ρηγός γονατιστός σιμώνει,                         1455
κι ό,τι κι αν είχε στην καρδιάν τότες του φανερώνει.
 
                ΠEΖΟΣΤΡΑΤΟΣ
Λέγει του· "Αφέντη, αν σου'φταιξα εις τον καιρόν εκείνο,
που σου'φερα την προξενιάν, κ' είπες μου να μακρύνω
το τέκνο μου απ' τη Χώρα σου, κ' εγώ στο σπίτι μέσα
να κάθομαι, να μην εβγώ, κι ό,τ' είπα δε σου αρέσα',                 1460
συμπάθησέ μου, Βασιλιέ, α' λάχει χρεία στην άλλη,
μην πιάνεις με τους δούλους σου τόση κακιά μεγάλη.
Θωρείς τα εδά τα λόγια μου το πως εβεβαιώσα',
θαρρώ να τα μετάνιωσες τά μου'πε αυτείνη η γλώσσα.
 
"Πολλά μ' εκατηγόρησες, κ' ήκρινες τη ζωή μου,                         1465
γιατί σου εμίλησα ο φτωχός καλό για το παιδί μου.
Κάθε γονής παρακαλεί, κάθε γονής ξετρέχει,
να κάμει πλούσο το παιδί, κι ουδ' άλλην έγνοιαν έχει.
Κι αν επεθύμησα κ' εγώ, τά πεθυμήσαν κι άλλοι,
δεν ήτον σφάλμα έτσι πολύ, να μ' εύρει τόση ζάλη,                   1470
να'ν' πέντε χρόνοι σήμερον, που έτοιον υ-Γιό δεν είδα,
οπού τον είχα θάρρος μου, απαντοχή κι ολπίδα.
Μα ετούτα όλα επεράσασι, κι ας τάξω πως δεν ήσαν,
οπού θωρώ και τα κακά σ' τόσα καλά εγυρίσαν.
K' οι μάνητες επάψασι, κι η όχθρητα ετελειώθη,                        1475
και το μαντάτο το πρικύ μ' άλλο γλυκύν ελιώθη.
Λοιπό αν σ' εβάρυνα κ' εγώ εις-ε καιρόν κιανένα,
ό,τι κι αν επωθήκασιν, ας είν' συμπαθημένα.
Και την ευχή μου να'χουσι, παιδιά και των παιδιών τως,
και να πληθαίνου' οι Ουρανοί το πράμα και το βιόν τως."        1480
 
                       
        ΠΟΙΗΤΗΣ
Μιλώντας, εσηκωθήκε, στην Αρετή σιμώνει,
φιλεί την, κι ωσάν Νύφην του την αποκαμαρώνει.
Εκείνος κ' η γυναίκα του το κλάημα δε σκολάζουν,
απ' τη χαράν τήν είχασι, πλιό Πάθη δε λογιάζουν.
Γέμου' οι αυλές τους άρχοντες, γεμίζει το Παλάτι,                     1485
αρχίζουν την ξεφάντωσιν κι ολημερνίς εκράτει.
…………………………………………………………..
Ήρθεν η μέρα η λαμπυρή, γλυκύς καιρός αρχίζει,
κ' εκάθησε ο Ρωτόκριτος εις το Θρονί, κι ορίζει.
Με φρόνεψη πορεύγεται, με γνώσιν ορδινιάζει,
πριχού έρθουσι τα πράματα, προβλέπει και λογιάζει.                               1500
Όλοι τον αγαπήσασι, κ' εις τ' όνομά του εμνέγαν,
κι από τους πρώτους Βασιλιούς πρώτον τον εδιαλέγαν.
Και τω' Ρηγάδω' οι διαφορές σε πράματα μεγάλα
κριτή τον είχαν, και ποτέ τά'λεγε δεν εσφάλα'.
Αγαπημένο Αντρόγυνο σαν τούτο δεν εφάνη,                              1505
μουδ' έτοιο καλορίζικο, χαιράμενο Στεφάνι.
Πλιά ορίζασι και γέροντες, παρά που δίδει η Φύση,
καλή καρδιά τους έθρεφε, σαν το δεντρόν η βρύση.
Εκάμασι παιδόγγονα, κι όλα εγενήκαν πλούσα,
και Μάνα και Κερά Λαλά εγίνη η Αρετούσα.                                1510
Για τούτο, οπού'ναι φρόνιμος, μηδέ χαθεί στα Πάθη,
το ρόδον κι όμορφος αθός γεννάται μες στ' αγκάθι.
Ετούτ' η Αγάπη η μπιστική με τη χαρά ετελειώθη,
και πλερωμή στα βάσανα μεγάλη τώς εδόθη.
Και κάθε είς που εδιάβασεν, εδά κι ας το κατέχει,                       1515
μη χάνεται στα κίντυνα, μα πάντα ολπίδα ας έχει.
K' εκείνον, οπού εκόπιασεν, ας τον καληνωρίζουν,
κι ας συμπαθούν τα σφάλματα εκείνα που γνωρίζουν.
 
BΙΤΣENΤΖΟΣ είν' ο Ποιητής, και στη Γενιάν KOΡΝΑΡΟΣ,            1535
που να βρεθεί ακριμάτιστος, σα θα τον πάρει ο Χάρος.
Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη,
εκεί ήκαμε κ' εκόπιασεν ετούτα που σας γράφει.
Στο Κάστρον επαντρεύθηκε, σαν αρμηνεύγει η Φύση,
το τέλος του έχει να γενεί, όπου ο Θεός ορίσει.                          1540
Για να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νεώτεροι...

Καθώς ο Ιούνιος του 2013 πλησιάζει και οι εξετάσεις είναι ante portas είπα να αναρτήσω τις εκθέσεις αυτών που έγραψαν καλύτερα τον Ιούνιο του 2012. Τι σας θυμίζω ε; Καλή επιτυχία σε ό,τι κάνετε!



ΝΤ. ΜΑΡΙΑ
Στις μέρες μας οι νέοι χρησιμοποιούν τη γλώσσα εντελώς διαφορετικά από τους γονείς τους και γενικότερα από τους μεγαλύτερους. Εγώ προσωπικά διαφωνώ με το κείμενο που διάβασα στο ιστολόγιο της κας Λασιθιωτάκη. Η άποψη της κυρίας αυτής είναι πως οι νέοι πάσχουν από σημαντική έλλειψη λέξεων και αλόγιστη χρησιμοποίηση της γλώσσας. Πιστεύει πως εμείς οι νέοι αλλάζοντας τη σημασία κάποιων συνηθισμένων λέξεων όπως π.χ. τρομερό, θα συρρικνώσουμε εντελώς τη σημασία τους. Θεωρεί πως η λεξιπενία είναι συνέπεια των μεταρρυθμίσεων του κράτους στο εκπαιδευτικό σύστημα και γενικότερα αυτή η παλινδρόμηση οδηγεί σε επικοινωνιακή αδυναμία και έκφραση των συναισθημάτων μας και γενικότερα αμφισβητεί το λόγο μας και τη γλωσσοπλασία μας.
Εγώ θέλω να υποστηρίξω πως δημιουργώντας νέες λέξεις δε σημαίνει ότι θα χαθούν οι παλιές, απλά οι μεγαλύτεροι ίσως δεν μπορούν να καταλάβουν τον κώδικα επικοινωνίας των νέων σήμερα. Υπάρχει μια πολυπλοκότητα και μια συνθηματικότητα που δε σημαίνει έλλειψη γνώσεων και φτωχές ανταλλαγές στην επικοινωνία. Με τον τρόπο αυτό οι νέοι δημιουργούν, καταργούν τις συνηθισμένες λέξεις-στερεότυπα της κοινωνίας μας και δεν στερούνται στην έννοια μιας λέξης. Ίσα ίσα με τον τρόπο αυτό εκφράζουν τα συναισθήματά τους, κάνουν πιο ενδιαφέροντα τον λόγο τους και πρωτοτυπούν. Θέλουν έτσι να δείξουν τη διαφορετικότητά τους από τους άλλους σχολιάζοντας με λέξεις τις οποίες βιώνουν μέσα στην κουλτούρα της παρέας τους. Αποδίδουν με ένα δικό τους τρόπο τα δεδομένα και δημιουργούν αφήνοντας πίσω τους λέξεις και όνειρα μέσα σ’ αυτές, που έστω και αόριστα ένας ενήλικος μπορεί να καταλάβει.
Η γλώσσα ανανεώνεται και, όπως και σε προηγούμενους αιώνες, υπήρχαν και θα υπάρχουν τέτοιες ποικιλομορφίες στη γλώσσα. Μέσα από την επικοινωνία δύο νέων θα καταλάβουμε ότι αυτή η παραγωγικότητα δεν βλάπτει την κοινωνία μας, είναι αποτέλεσμα κοινωνικών, ψυχολογικών και επικοινωνιακών παραγόντων.
Με αυτού του είδους την «ελλιπή» γλώσσα και την ακατάσχετη χρήση της οι νέοι αποδέχονται ο ένας τον άλλο και βρίσκουν τη δική τους νοοτροπία και τα δικά τους ενδιαφέροντα. Προσδιορίζονται και κάνουν τη δική τους πορεία σ’ αυτή την κοινωνία. Δεν επηρεάζει αρνητικά την εικόνα μας και δεν βλάπτει την παιδεία η απόδοση λέξεων με άλλη σημασία απλά επειδή είναι κάτι διαφορετικό, κάτι καινούριο.
Γι’ αυτό θα ήθελα να πω στην κα Λασιθιωτάκη να μην απορρίπτει τόσο εύκολα αυτόν τον τρόπο ανεξαρτητοποίησής μας και εκτόνωσης συναισθημάτων από τον δικό τους, διότι αν το μελετήσει προσεκτικά, αν μιλήσει με νέους θα καταλάβει πως σ’ αυτό το σύστημα που έχουμε μερικές καινοτομίες στη γλώσσα δε θα την καταστρέψουν, απλά θα την εμπλουτίσουν και ίσως να την κάνουν καλύτερη. Θα πρέπει να καταλάβουν οι μεγαλύτεροι πως  πίσω από αυτή την επιφανειακή γλώσσα μπορεί να κρύβεται και ένα όνειρο ενός νέου, το μέλλον του, οι φιλοδοξίες του. Αν η κοινωνία μας δεν έκρινε με βάση αυτό το κατεστημένο και αποδεχόταν οτιδήποτε διαφορετικό στη γλώσσα μας, η παιδεία μας θα γινόταν σίγουρα καλύτερη.

Ξ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ
Αγαπητή κα Κάργα,
Διάβασα τις αναρτήσεις στο προσωπικό ιστολόγιό σας με την άποψή σας σχετικά με τη γλώσσα των νέων. Δεν συμφωνώ με την άποψή σας. Η γλώσσα των νέων δεν είναι αλληλεγγύης ούτε για να ξεχωρίζουν ή να συνωμοτούν. Το νεανικό λεξιλόγιο έχει διάφορους χαρακτηρισμούς με τους οποίους ξεχωρίζουμε τους χαρακτήρες.
Οι εκφράσεις που χρησιμοποιούμε είναι για να μιλήσουμε πιο ελεύθερα και πιο καλά, να συνεννοηθούμε. Οι λέξεις όπως lol τις λέμε γιατί μας φαίνονται πιο εύκολες για να τις εκφράσουμε. Η σύνθεση και παραγωγή καινούριων λέξεων όπως λέτε είναι γιατί εμείς έχουμε την τάση να φτιάχνουμε δικές μας λέξεις. Και αλλάζουμε τη σημασία για να μπορέσουμε να μιλήσουμε και να εκφραστούμε καλύτερα. Είναι επειδή θέλουμε να έχουμε και να φτιάξουμε τη δική μας γλώσσα, όπου θα μιλάμε με έναν διαφορετικό και προσωπικό τρόπο.
Σε σχέση με τους γονείς και τους δασκάλους, έχουν αρνητική θέση σε αυτή τη γλώσσα. Γιατί δεν καταλαβαίνουν τι λέμε μερικές φορές ή θέλουν να έχουμε ολοκληρωμένες προτάσεις για να ακούγονται καλύτερα αυτά που λέμε. Ίσως να νομίζουν ότι με τις λέξεις που λέμε ή γενικά την παραγωγή καινούριων λέξεων και την αλλαγή των λέξεων αλλάζομε, διότι δεν μας καταλαβαίνουν. Εμάς μας φαίνεται θετικός ο τρόπος που χρησιμοποιούν τη γλώσσα οι νέοι. Ίσως να θέλουν να το βλέπουν αρνητικά γιατί διαφέρουμε από αυτούς, ή μιλάμε διαφορετικά συνήθως οι μεγαλύτεροι και οι γονείς μας ακόμα μιλάνε με μεγαλύτερες και πιο ολοκληρωμένες προτάσεις σε αντίθεση με εμάς.
Θεωρώ ότι απλώς έχουμε βρει και έχουμε φτιάξει μια δική μας καινούρια γλώσσα και ότι δε θα έπρεπε να ανησυχούν ή να προβληματίζονται για το πώς μιλάμε. Το ότι δε μιλάμε με ολοκληρωμένες προτάσεις είναι γιατί μεταξύ μας μπορούμε να μιλήσουμε χωρίς να χρειάζεται να λέμε πολλές λέξεις ή να σκεφτόμαστε ολόκληρες φράσεις.
Και ξέρουμε ότι η γλώσσα μας δεν πεθαίνει απλώς φτιάχνουμε και εμείς μια δικιά μας που οι μεγαλύτεροι σε ηλικία δεν την καταλαβαίνουν.
Έτσι, δε χρειάζεται πανικός ή απειλές, απλώς είναι μια καινούρια γλώσσα που φτιάχνουμε. Εξάλλου, είναι πιο εύκολη η λέξη για παράδειγμα «δικέ μου» όπως τη λέμε από το να πούμε «εσύ είσαι δικός μας» ή «σε κράζω» όπως το λέμε από το να πούμε «σε κατακρίνω». Κερδίζουμε χρόνο, είναι η ίδια σημασία και από τη στιγμή που μπορούμε να πούμε τη φράση με την ίδια σημασία αλλά με λιγότερες λέξεις το βρίσκουμε άσκοπο να σπαταλάμε το χρόνο μας και να κουραζόμαστε, ενώ μπορούμε να το πούμε πιο εύκολα.
Αυτή ήταν η γνώμη μου σχετικά με την ελληνική γλώσσα, οπότε διαφωνώ με την άποψή σας ότι όλο αυτό είναι μόνο αρνητικό.

 Π. ΑΦΡΟΔΙΤΗ
Αγαπητή κα Κάργα,
Διάβασα το άρθρο σας σχετικά με τη γλωσσική συμπεριφορά των νέων και εν μέρει διαφωνώ μαζί σας. Σίγουρα, όπως η ίδια αναφέρατε, η γλώσσα δεν πεθαίνει. Κατά τη γνώμη μου, όμως, η γλωσσοπλασία και οι νεολογισμοί των εφήβων μπορούν να την αλλοιώσουν. Χρησιμοποιώντας οι νέοι διάφορες δικές τους λέξεις αλλά και υπαρκτές λέξεις με διαφορετικό νόημα, δημιουργούν επικοινωνιακή σύγχυση και πολλές φορές παρανόηση. Δε συμφωνώ μαζί σας στο ότι δεν πρέπει να γίνεται θέμα για τους κινδύνους της γλωσσικής τους συμπεριφοράς και τις απειλές που αυτή κρύβει. Αντίθετα, πιστεύω ότι καλό θα ήταν οι νέοι να γνωρίζουν ότι με τον τρόπο αυτό σιγά σιγά αλλοιώνουν τη γλώσσα μας με αποτέλεσμα να χάνεται η ελληνική μας ταυτότητα. Και αυτή είναι μία μόνο από τις επιπτώσεις που η συμπεριφορά τους προκαλεί.
Βλέπουμε ότι ολοένα οι νέοι αδυνατούν να εκφράσουν τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους. Και αυτό γιατί έχουν αναπτύξει ένα περιορισμένο λεξιλόγιο. Μπορεί να γίνονται κατανοητοί από ένα ορισμένο πλήθος συνομηλίκων τους αλλά δημιουργείται μεγάλη σύγχυση στην επικοινωνία τους με τους ενήλικες. Υιοθετούν ξένες λέξεις με αποτέλεσμα να ξεχνούν αυτές της δικής μας γλώσσας. Αναφέρετε, λοιπόν, στο άρθρο σας πως η συμπεριφορά τους αυτή είναι ακίνδυνη, εγώ όμως πιστεύω ότι με την πάροδο του χρόνου θα επιφέρει αρνητικά για τη γλώσσα μας αποτελέσματα. Τέλος, πιστεύω ότι οι περισσότεροι νέοι χρησιμοποιούν αυτές τις λέξεις, όχι, όπως λέτε, για να ξεχωρίσουν και να επικοινωνήσουν με ένα δικό τους κώδικα, αλλά για να γίνουν αποδεκτοί από το περιβάλλον των συνομηλίκων τους. Όχι, λοιπόν, να ξεχωρίσουν αλλά αντίθετα να γίνουν όμοιοι με το πλήθος. Φοβούνται μήπως θεωρηθούν «εκτός μόδας» και τους απορρίψουν.

Π. ΓΙΑΝΝΗΣ
Αγαπητή κυρία Εύα Κάργα, διάβασα το σχόλιό σας και μου προκάλεσε κάποιους ενδοιασμούς πάνω στο θέμα που θίξατε. Εγώ προσωπικά θα διαφωνήσω μαζί σας σε πολλά σημεία στα οποία νομίζω υπερβάλλετε και προπαγανδίζετε.
Καταρχάς, θέλω να αντικρούσω κάποιες από τις θέσεις σας που μου φάνηκαν απωθητικές. Το γεγονός της δημιουργίας νέων λέξεων και νέων προθημάτων και επιθημάτων σε ελληνικές λέξεις από μέρους της νέας γενιά, κατά τη γνώμη μου είναι λάθος να αποτελούν αφορμές επικρότησής τους. Αντιθέτως, τέτοιου είδους πρωτοτυπίες αποτελούν καταστροφή για τη μακραίωνη αυτή ενιαία παράδοση. Όλες αυτές οι νέες λέξεις καταστρέφουν τη μουσικότητα και την ποιητικότητα της γλώσσας μας. Επιπλέον, η αναφορά σας στην αθανασία μιας γλώσσας είναι λανθασμένη. Έχουμε δει όλα αυτά τα χρόνια γλώσσες να χάνονται μπροστά στα μάτια μας και μαζί τους να παρασύρονται ολόκληροι πολιτισμοί, τρόποι σκέψης, κουλτούρες, παραδόσεις, αξίες, ήθη, έθιμα. Δε θα ήταν σωστό να ισοπεδώνουμε τα πάντα. Αποκρουστικό ήταν και άλλο ένα σχόλιό σας, όσον αφορά τη στάση που θα πρέπει να παίρνουμε εμείς οι μεγάλοι απέναντι στην ξενόφερτη αυτή μάστιγα που υποδουλώνει τον πολιτισμό μας. Συγκεκριμένα, αναφέρετε πως πρέπει να πάρουμε αψήφιστα, ψύχραιμα το θέμα και να αποφύγουμε την κινδυνολογία. Αυτό κατά τη γνώμη μου θα ήταν καταστροφικό, χρειαζόμαστε δραστηριοποίηση.
Η γλωσσική ένδεια στην επικοινωνία των νέων τα τελευταία χρόνια είναι αδιάσειστα υπαρκτή. Οι συνέπειες είναι τραγικές. Για να ξεκινήσω, θα πω πως αυτή η άγνοια του ελληνικού λεξιλογικού πλούτου και τα λεκτικά λάθη στην επικοινωνία των νέων οδηγούν σε αδυναμία έκφρασης των συναισθημάτων και του τρόπου σκέψης. Ένας άνθρωπος για να είναι ολοκληρωμένος, θα πρέπει να εξωτερικεύεται και να επικοινωνεί με σωστό τρόπο. Επιπρόσθετα, όλοι γνωρίζουμε πως από τα αρχαία ήδη χρόνια, όταν μια ομάδα ανθρώπων οργανωνόταν κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά, μπορούσε να επιβιώσει μόνο δημιουργώντας ένα δικό της τρόπο επικοινωνίας. Όμως, όταν αυτός ο τρόπος επικοινωνίας αλλοιωνόταν για κάποιο λόγο, η ομάδα αυτή έπαυε να υπάρχει. Εξάλλου, σε περιόδους κρίσης (όπως καλή ώρα τη δεδομένη χρονική στιγμή), πρέπει να σκύψουμε σε ό,τι καλύτερο έχει αυτός ο τόπος. Δηλαδή τον πολιτισμό μας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την προάσπιση της γλώσσας μας.
Συνοψίζοντας, η λεξιπενία και η σύγχρονη γλώσσα των νέων είναι πιο σοβαρά ζητήματα από την οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Θα πρέπει ως έθνος να δραστηριοποιηθούμε, να λάβουμε μέτρα ενάντια σε αυτήν την καταστροφή. Το εκπαιδευτικό σύστημα και τα ΜΜΕ πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές μας. Γι’ αυτό κυρία Κάργα δεν είναι σωστό να επικροτούμε την άγνοια αυτή των εφήβων και την αδιαφορία τους για την ελληνική γλώσσα.

Π. ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ
Αγαπητή κυρία Κάργα,
Πρόσφατα διάβασα την ανάρτησή σας στο ιστολόγιο για τη σχέση των νέων με την ελληνική γλώσσα. Διαπίστωσα πως δεν φοβάστε την αλλοτρίωση της γλώσσας, εγώ όμως δεν εφησυχάζομαι. Γι’ αυτό έχω να κάνω ορισμένες παρατηρήσεις πάνω στο κείμενό σας.
Οφείλω να παραδεχτώ, και το θεωρώ αποδεκτό, ότι η γλώσσα των νέων είναι συνθηματική και αποσκοπεί στην εύρεση της γλωσσικής τους ταυτότητας και στο να ανεξαρτητοποιηθούν. Οι νέοι βρίσκουν αυτή την ανεξαρτησία με τη γλωσσοπλασία, καθώς το θεωρούν ως ένα μέσο να ξεχωρίσουν, να αντιδράσουν και να «συνωμοτήσουν». Όμως η προσπάθεια αυτή για ανεξαρτησία μέσω της δημιουργίας νέων λέξεων, ενέχει και κινδύνους όπως είναι το να μη μιλούν την καθ’αυτό ελληνική γλώσσα, να μην την καλλιεργούν, με αποτέλεσμα αυτή να χάνεται με το πέρασμα των χρόνων.
Ένα άλλο σημείο στο οποίο θέλω να επιστήσω την προσοχή είναι το ότι σε μια γλώσσα δεν μετράει μόνο η ποσότητα των λέξεων αλλά προπάντων η ποιότητα. Έτσι, το νεανικό λεξιλόγιο μπορεί να περιλαμβάνει άφθονες λέξεις, πολλές όμως από αυτές δεν έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο ούτε έχουν «ηχητική καλαισθησία» (π.χ. φόλα, φλόμπα, μπαλότσα αντί για άσχημη ή νταουνιάζω αντί για καταθλίβομαι).
Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι οι νέοι συνθέτουν και παράγουν καινούριες λέξεις δε σημαίνει απόλυτα ότι εμπλουτίζουν το λεξιλόγιο αλλά υπάρχει και το ενδεχόμενο να το αλλοιώνουν (π.χ. γαμ-άτος). Άλλωστε το να αλλάζεις την έννοια μιας λέξης συνεπάγεται ότι την καταστρέφεις, την αλλοιώνεις. Σαφώς, το πιο ανησυχητικό από όλα είναι η διείσδυση ξένων λέξεων στο ελληνικό λεξιλόγιο το οποίο είναι στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, ενός άλλου εξίσου σοβαρού ζητήματος. Όταν χρησιμοποιούμε ξένες λέξεις ή ξένα αρκτικόλεξα (π.χ. lol, omg) αντί να «επιλέξουμε» την αντίστοιχη ελληνική δηλώνει ένα σοβαρό πρόβλημα λεξιπενίας. Συνέπεια αυτού είναι να μην σκεφτόμαστε, να μην προσπαθούμε να βρούμε την κατάλληλη ελληνική λέξη ώστε να περιγράψουμε μια κατάσταση αλλά να ακολουθούμε τον εύκολο δρόμο, την πρόχειρη λύση, αδρανοποιώντας έτσι το μυαλό χωρίς να επιδιώκουμε την όξυνση των σκέψεών μας.
Τέλος, θα ήθελα να προσθέσω έναν επιπλέον λόγο για τον οποίο οι νέοι επιθυμούν να μιλούν με αυτό τον κωδικοποιημένο τρόπο. Είναι το ότι προσπαθούν να επιδειχθούν μέσα από αυτό ή κοινώς για μαγκιά. Αυτό σημαίνει ότι έχουν άνεση του λόγου περισσότερο σε συνομηλίκους. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι… μαγκιά είναι να μπορείς να μιλήσεις με άνεση σε όλες τις περιστάσεις, με κάθε είδους συνομιλητή προσαρμόζοντας το λόγο σου στις διαφορετικές καταστάσεις.
Συνοψίζοντας, θα ήθελα να απαντήσω στην ιδιαίτερα ευχάριστη, ποιητική σας έκφραση. Ίσως, λοιπόν, θα πρέπει να σκεφτούμε μήπως η γλώσσα που απορρίπτει όσους τύπους είναι αχρείαστοι, φτωχαίνει και χάνει το βάθος των εννοιών των λέξεων που απορρίπτει. Ίσως δεν πρέπει τελικά να αντιμετωπίζουμε τόσο ήρεμα και ψύχραιμα τη γλωσσική αυτή συμπεριφορά των νέων.
Π. ΕΥΓΕΝΙΑ
Κυρία Εύα Κάργα,
Με αφορμή το κείμενο που γράψατε για τη γλώσσα των νέων, θα ήθελα κι εγώ με τη σειρά μου να σας αντιπαραθέσω τις απόψεις μου που όμως είναι αντίθετες με τις δικές σας. Σύμφωνα με τη δική μου γνώμη, η νέα αυτή γλώσσα των νέων μπορεί να εγκυμονεί κινδύνους για την αλλοίωση της μητρικής μας γλώσσας.
Πιο συγκεκριμένα, στη σημερινή εποχή οι νέοι πλέον χρησιμοποιούν το λεξιλόγιο και τη γλώσσα μας τελείως αδέξια επιφέροντας έτσι σιγά σιγά την κρίση στη γλώσσα. Δηλαδή, τα άτομα της νέας γενιάς με τον τρόπο με τον οποίο τη χρησιμοποιούν παρουσιάζουν έλλειψη πλούσιου λεξιλογίου με αποτέλεσμα την έκλειψη και διαγραφή κάποιων λέξεων. Οι λέξεις που χρησιμοποιούν είναι κατά βάση παρμένες από άλλες δυτικές «πολιτισμένες» χώρες αλλά υπάρχουν και ορισμένα στοιχεία από τη λεγόμενη αργκό. Είναι βέβαιο πως γι’ αυτό το φαινόμενο δεν ευθύνεται μόνο ο έφηβος αλλά και η οικογένεια, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, το εκπαιδευτικό σύστημα και πολλοί άλλοι φορείς.
Η λεξιπενία των νέων μαστίζει τη σύγχρονη εποχή με αποτέλεσμα το επικοινωνιακό πλαίσιο των νέων να χαρακτηρίζεται από σύγχυση, ασυνεννοησία και παρανόηση. Επίσης, οι νέοι στις επικοινωνιακές τους σχέσεις και στις παρέες τους χρησιμοποιούν ελάχιστες λέξεις για την εξωτερίκευση και την παρουσίαση των συναισθημάτων τους και μάλιστα τις περισσότερες φορές «καταπατούν» τους κανόνες σύνταξης. Τέλος, οι νέοι λόγω της απομόνωσής τους από τη γλώσσα και την αντικατάσταση του πλούσιου λεξιλογίου μας από ένα νέο υποδεέστερο και κατώτερο λεξιλόγιο αδυνατούν να εκφραστούν σωστά.
Συνοψίζοντας, αντιλαμβανόμαστε πως η δημιουργία μιας νέας γλώσσας  επικοινωνίας από τους νέους μπορεί να δημιουργήσει πολλά και ποικίλα προβλήματα στη γλώσσα κι έτσι να εξαλειφθούν αρκετές από τις λιγότερο ομιλούμενες λέξεις μας. Έτσι, λοιπόν, καλό θα ήταν να συμβάλουμε όλοι μαζί αλλά και άλλοι φορείς και θεσμοί ώστε να αποφευχθεί κάτι τέτοιο και να αντιμετωπιστεί το γλωσσικό πρόβλημα.
Π. ΙΩΑΝΝΑ
Η συγγραφέας στο παραπάνω κείμενο αναφέρεται στην έλλειψη γλώσσας των νέων και την εξαθλίωσή της. Είναι φανερό πως υποστηρίζει ακράδαντα το γεγονός πως οι νέοι και ιδιαίτερα οι έφηβοι είναι οι κύριο «ρυθμιστές» της γλώσσας μας και πως με τον νέο τρόπο επικοινωνίας τους βάζουν σε κίνδυνο τη χρήση της ελληνικής γλώσσας  καθώς δεν παραλείπει να αναφερθεί και στις ξενόγλωσσες λέξεις των εφήβων.
Είμαι απόλυτα αντίθετη με αυτή της την άποψη, διότι θεωρώ πως η γλώσσα αναπτύσσεται κάθε μέρα και όχι όπως αναφέρει η ίδια ότι δηλαδή εξαφανίζεται. Επίσης, πιστεύω πως είναι κωμικοτραγικό να θεωρούμε πως η γλώσσας μας εξαφανίζεται, μια γλώσσα η οποία έχει προσφέρει πάρα πολλά στη χώρα μας και ιδιαίτερα στον πολιτισμό μας.
Θα θεωρούσα πιο απαραίτητο να αναφερθούμε στον εμπλουτισμός της, παρά στην παρακμή της. Αν αναλογιστούμε πόσες νέες λέξεις έχουν δημιουργηθεί και χρησιμοποιούνται καθημερινά όχι μόνο από εφήβους και νέους αλλά πλέον και από άτομα κάποιας ηλικίας είναι αξιοθαύμαστο.
Τέλος, θεωρώ προτιμότερο η Μαρία Λασιθιωτάκη να ξανασκεφτεί πόσο ωφέλιμη είναι η γλώσσα των νέων για την κοινωνία μας και πόσο απλή, διότι ο εμπλουτισμός  μιας γλώσσας είναι προς όφελος όλως μας και όχι εναντίον μας. Αν επίσης σκεφτούμε πως αυτές οι λέξεις είναι δημιουργία νέων παιδιών, είναι πολύ ευχάριστο, γιατί αυτό αποδεικνύει τη φαντασία των εφήβων αλλά και την ευρηματικότητα. Όπως, για παράδειγμα, το «κουφάθηκα» είναι μια λέξη η οποία βγαίνει από το «κουφός», δηλαδή ένας άνθρωπος ο οποίος δεν μπορεί να ακούσει και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε ως ρήμα. Επιπλέον, πιστεύω πως είναι ελάχιστοι αυτοί που έχουν τη συγκεκριμένη ικανότητα της δημιουργίας νέων λέξεων σε τέτοιο βαθμό. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο είμαι αντίθετη με την άποψη της Μαρίας Λασιθιωτάκη και πιστεύω πως η γλώσσα ζει και θα ζει για πάντα και πως προς όφελός μας είναι ο εμπλουτισμός της καθώς βοηθάει στην επικοινωνία πολλών ανθρώπων.
Σ. ΠΑΥΛΟΣ
Με αφορμή το κείμενο που ανάρτησε η κυρία Μαρία Λασσιθιωτάκη στο ιστολόγιό της, θα ήθελα να παραθέσω κάποια επιχειρήματα για να δηλώσω τη διαφωνία μου ως προς την άποψή της ότι υπάρχει γλωσσική κρίση ανάμεσα στους νέους.
Οι σημερινοί νέοι χρησιμοποιούν καινούριες, δικές τους λέξεις, όχι γιατί είναι σε κρίση, αλλά ως μια μορφή αντίδρασης στο κατεστημένο των μεγάλων. Με άλλα λόγια, οι επαναστατημένοι νέοι χρησιμοποιούν δικές τους λέξεις για να διαφοροποιηθούν από το παλιό, το ξεπερασμένο λεξιλόγιο των γονιών τους. Άλλωστε, και σε προηγούμενες δεκαετίες οι τότε νέοι δημιουργούσαν δικές τους λέξεις (π.χ. τζαμάουα, τη δεκαετία του’70) χωρίς κανένας να υποστηρίξει ότι μια γλωσσική κρίση έχει αναπτυχθεί ανάμεσα στους εφήβους.
Επίσης, οι έφηβοι του σήμερα προτιμούν να μιλούν πιο γρήγορα, πιο λιτά, πιο άμεσα, επειδή θέλουν να γλιτώσουν χρόνο. Λόγω της πολλαπλότητας και της πολυπλοκότητας των ρόλων τους οι νέοι δεν έχουν πολύ ελεύθερο χρόνο. Έτσι, αναγκάζονται να συνομιλούν γρήγορα, χωρίς να πλατιάζουν και να δημιουργούν πολύπλοκες εκφράσεις χάνοντας έστω και λίγο από τον ήδη περιορισμένο και πολύτιμο χρόνο τους. Το παραπάνω βέβαια δε συνεπάγεται τη μη καλή γνώση της νεοελληνικής γλώσσας. Αντιθέτως, η επιτυχής, κατά τα φαινόμενα, προσπάθειά τους να ελαχιστοποιήσουν τις λέξεις με τις οποίες θα πουν κάτι, τους καθιστά πολύ καλούς γνώστες της νεοελληνικής.
Τέλος, όπως όλοι σχεδόν γνωρίζουμε, ο κάθε άνθρωπος δεν εφαρμόζει τα συναισθήματά τους μόνο με τη γλώσσα. Τα εκφράζει και με τις πράξεις του, με τις κινήσεις των χεριών του και με τους μορφασμούς του προσώπου του. Καθώς τα σύγχρονα Ελληνόπουλα κάνουν τα παραπάνω σε ικανοποιητικό βαθμό, αυτόματα αναιρείται η «αδυναμία» συναισθηματικής έκφρασης και πληρότητας» φράση με την οποία έκλεισε το κείμενό της η κυρία Λασσιθιωτάκη αναφερόμενη στους νέους.
Συνοψίζοντας, η προσπάθεια διαφύλαξης του ελεύθερου χρόνου, η επαναστατικότητα των νέων, αλλά και οι διάφορες μορφές συναισθηματικής έκφρασης αντικρούουν το ότι η νέα γλώσσα των νέων έχει κάνει να ξεχάσουν την παλιά. Με άλλα λόγια, η δημιουργικότητα των νέων δεν οδηγεί απαραίτητα και στην κακή γνώση της ελληνικής και την ανεπαρκή χρήση της.